πρότερος

πρότερος, ά, ον ['передний'] 1. находящийся впереди; 2. случившийся прежде, старший; 3. лучший (ср. лат. prior)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πρότερος" в других словарях:

  • πρότερος — before masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρότερος — έρα, ο / πρότερος, έρα, ον, ΝΜΑ, και θηλ. πρότερη Ν 1. (για χρόνο) προηγούμενος, προγενέστερος (α. «η προτέρα του δράση» β. «ὧδε καὶ οἱ πρότεροι πόλιας καὶ τείχε ἐπόρθουν», Ομ. Ιλ.) 2. (το ουδ. ως επίρρ.) πρότερον προηγουμένως, πρωτύτερα νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • προτέρω — πρότερος before masc/neut nom/voc/acc dual πρότερος before masc/neut gen sg (doric aeolic) προτέρω further indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτέρων — πρότερος before fem gen pl πρότερος before masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτέρως — πρότερος before adverbial πρότερος before masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρῶτον — πρότερος before masc acc sg πρότερος before neut nom/voc/acc sg πρῶτος before masc acc sg πρῶτος before neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρότερον — πρότερος before masc acc sg πρότερος before neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρώτω — πρότερος before masc/neut nom/voc/acc dual πρότερος before masc/neut gen sg (doric aeolic) πρῶτος before masc/neut nom/voc/acc dual πρῶτος before masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρώτων — πρότερος before fem gen pl πρότερος before masc/neut gen pl πρῶτος before fem gen pl πρῶτος before masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρώτως — πρότερος before adverbial πρότερος before masc acc pl (doric) πρώτως indeclform (adverb) πρῶτος before adverbial πρῶτος before masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προτερᾶν — πρότερος before masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.